Übersetzungen: von griechisch

Διόνυσος

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Διόνυσος — I Ο νεότερος αλλά και πιο δημοφιλής από τους θεούς του Ολύμπου. Η θεϊκή του υπόσταση έλαβε δύο αντίθετες εκφράσεις: την εύθυμη και πολυθόρυβη χαρά που επικρατούσε στις γιορτές του και τη μανία της καταστροφής. Γι’ αυτό και η λατρεία του… …   Dictionary of Greek

  • Διόνυσος — Sp Diònisas Ap Διόνυσος/Dionisos L C Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Διόνυσος — Διόνῡσος , Διόνυσος a masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζαγραίος Διόνυσος — Θεός των Ορφικών, γιος του Δία και της Περσεφόνης, κόρης του Δία από τη Ρέα. Ο Δίας, φοβούμενος τη ζηλοτυπία της Ήρας, εμπιστεύτηκε τη φροντίδα και την προστασία του παιδιού στους Κουρήτες. Η Ήρα, όμως, ανέθεσε στους Τιτάνες να το βρουν. Όταν τον …   Dictionary of Greek

  • Διονύσον — Διονύσος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Θρησκεία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Το περιεχόμενο της θρησκείας που επικράτησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς. Τα λιγοστά και δυσεξιχνίαστης σημασίας ευρήματα δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή …   Dictionary of Greek

  • πάτρα — Πόλη της Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του νομού Αχαΐας της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Ο δήμος Πατρέων περιλαμβάνει, εκτός από τον ομώνυμο δήμο, και τις κοινότητες Ελικίστρας, Μοίρας και Σουλίου. Τρίτη πόλη της Ελλάδας από άποψη πληθυσμού, μετά την… …   Dictionary of Greek

  • Διονύσω — Διονύ̱σω , Διόνυσος a masc nom/voc/acc dual Διονύ̱σω , Διόνυσος a masc gen sg (doric aeolic) Διονύσος masc nom/voc/acc dual Διονύσος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Список царей государства Селевкидов — Бюст Селевка I Никатора Первым правителем государства Селевкидов стал диадох Александра Македонского Селевк I Никатор, основавший империю …   Википедия

  • Αντίοχος — I Όνομα βασιλιάδων της Συρίας, από το γένος των Σελευκιδών. 1. Α. Α’ ο Σωτήρ (325/4 – 262/1 π.Χ.). Γιος του Σέλευκου και της Απάμας. Το 294 τον διόρισε o πατέρας του συμβασιλέα και διοικητή των σατραπειών που βρίσκονταν πέρα από τον Ευφράτη. Μετά …   Dictionary of Greek

  • Dionysos, Greece — For other uses, see Dionysos (disambiguation). Dionysos Διόνυσος Dionysos Skyline …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.