Übersetzungen: von griechisch

ερημιτικός

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ερημιτικός — ή, ό (Μ ἐρημιτικός, ή, όν) [ερημίτης] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ερημίτη («ερημιτική ζωή») …   Dictionary of Greek

  • κελλιωτικός — κελλιωτικός, ή, όν (Α) [κελλιώτης] ερημιτικός, σε αντιδιαστολή με το κοινοβιακός («κελλιωτικά μοναστήρια», Θεόδ. Βαλσ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.