Übersetzungen: von griechisch

ερωτοπαθής

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ερωτοπαθής — ές 1. αυτός που κατέχεται από έντονο ερωτικό πάθος 2. αυτός που έχει ατυχήσει στον ερωτά του 3. ερωτομανής. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, ωτος + παθής < πάθος. Η λ. μαρτυρείται στον Σπ. Ν. Ζαβιτσάνο] …   Dictionary of Greek

  • ερωτοπάθεια — η (Μ ἐρωτοπάθεια) το να ερωτεύεται κάποιος με πάθος, η σφοδρή ερωτική επιθυμία νεοελλ. 1. έντονη κλίση, διάθεση προς τον έρωτα 2. η παθολογική κατάσταση τής ερωτομανίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερωτοπαθής. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα… …   Dictionary of Greek

  • ερωτόπαθος — η, ο ο ερωτοπαθής. επίρρ... ερωτόπαθα με ερωτικό πάθος, με θερμό έρωτα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.