Übersetzungen: von griechisch auf englisch

πληκτίζομαι

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πληκτίζομαι — Α 1. διαπληκτίζομαι, φιλονικώ («αργάλεον δὲ πληκτίζεσθ ἀλόχοισι Διός», Ομ. Ιλ.) 2. χτυπάω με τα χέρια μου το στήθος θρηνολογώντας, στηθοδέρνομαι («κόμην τίλλουσα γόῳ πληκτίζετο μήτηρ», (Ανθ. Παλ.) 3. μτφ. κάνω ζωηρά ερωτικά παιχνίδια, σεξουαλικές …   Dictionary of Greek

  • πληκτιζομένων — πληκτίζομαι bandy blows with pres part mp fem gen pl πληκτίζομαι bandy blows with pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτίζευ — πληκτίζομαι bandy blows with pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic) πληκτίζομαι bandy blows with imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτιζομένην — πληκτίζομαι bandy blows with pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτιζομένης — πληκτίζομαι bandy blows with pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτιζομένους — πληκτίζομαι bandy blows with pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτιζόμενος — πληκτίζομαι bandy blows with pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτίζεσθαι — πληκτίζομαι bandy blows with pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτίζετο — πληκτίζομαι bandy blows with imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληκτίζεσθ' — πληκτίζεσθε , πληκτίζομαι bandy blows with pres imperat mp 2nd pl πληκτίζεσθε , πληκτίζομαι bandy blows with pres ind mp 2nd pl πληκτίζεσθαι , πληκτίζομαι bandy blows with pres inf mp πληκτίζεσθε , πληκτίζομαι bandy blows with imperf ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπληκτίζομαι — (Α διαπληκτίζομαι) [πληκτίζομαι] 1. μαλώνω, αλληλοδέρνομαι 2. φιλονικώ, αλληλοβρίζομαι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.