Übersetzungen: von deutsch

πρεσβυ-γένεθλος

Nichts gefunden.

Versuchen Sie in allen Sprachen suchen

oder ändern Sie Ihre Suchanfrage.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καλλιγένεθλος — καλλιγένεθλος, ον (Α) 1. ο καλοσχηματισμένος, ο καλοφτειαγμένος 2. αυτός που έχει αποκτήσει ωραία παιδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι) * + γένεθλος (< γένεθλον «απόγονος»), πρβλ. αριστο γένεθλος, πρεσβυ γένεθλος] …   Dictionary of Greek

  • ωκυγένεθλος — ον, Μ αυτός που γεννήθηκε γρήγορα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠκύς «γρήγορος» + γένεθλος (< γένεθλον, πρβλ. πρεσβυ γένεθλος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.