Übersetzungen: von deutsch

σάρκειος

Nichts gefunden.

Versuchen Sie in allen Sprachen suchen

oder ändern Sie Ihre Suchanfrage.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σάρκειος — εία, ον, Α [σάρξ, σαρκός] αυτός που αποτελείται από σάρκα, από κρέας, ο κρεάτινος …   Dictionary of Greek

  • σαρκείῳ — σάρκειος fleshy masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.