Übersetzungen: von griechisch

τροχιστής

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τροχιστής — ο, Ν τεχνίτης ειδικός στο ακόνισμα κοπτικών εργαλείων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τροχίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • τροχιστής — [трохистис] ουσ а. точильщик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τροχιστής — ο ο επαγγελματίας ακονιστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακονιστής — ο (θηλ. ίστρια και ίστρα) [ακονίζω] αυτός που ακονίζει με το ακόνι διάφορα όργανα, ο τροχιστής …   Dictionary of Greek

  • τροχιστικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον τροχιστή ή στο τρόχισμα 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα τροχιστικά η αμοιβή τού τροχιστή, τα έξοδα τού τροχίσματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τροχιστής. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού… …   Dictionary of Greek

  • ακονιστής — ο ο τροχιστής: Πήγε τα ψαλίδια στον ακονιστή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

Wir verwenden Cookies für die beste Präsentation unserer Website. Wenn Sie diese Website weiterhin nutzen, stimmen Sie dem zu.